Δέσμευση /ðesˈmevzi/ Noun

English
commitment
Bahasa Indonesia
ikrar

Example

  • Δεν είμαι έτοιμος για μακροπρόθεσμη [δέσμευση] — ούτε για σχέση, ούτε για δάνειο.
  • I'm not ready to make a long-term commitment.
  • Εδώ η 'δέσμευση' καλύπτει και το ρομαντικό και το οικονομικό.