Διάδρομος /ðiˈaðromos/ Noun
- English
- corridor
- Bahasa Indonesia
- lorong
Example
- Το δωμάτιό του είναι κατά μήκος του [διάδρομος] — η πόρτα του είναι η τρίτη από αριστερά.
- His room is along the corridor.
- Το 'κατά μήκος' (along) είναι η μαγνητική λέξη εδώ.