διαφωνώ / επιχειρηματολογώ /ðiaˈvono/ Verb
- English
- argue
- Bahasa Indonesia
- berdebat
Example
- Τα αδέρφια μου πάντα [διαφωνούν] (αντιλέγω / αντιπαρατίθενται / μαλώνουν) μεταξύ τους.
- My brothers are always arguing.
- Το 'διαφωνώ' είναι το πιο ουδέτερο για διαφωνία.