Διαφυγή / Απόδραση /ði̯aˈfyiʝi/ Ουσιαστικό
- English
- escape
- Bahasa Indonesia
- melarikan diri
Example
- Η [διαφυγή] του κρατούμενου ήταν σχεδιασμένη με κάθε λεπτομέρεια.
- The prisoner's escape was meticulously planned.
- Εδώ η 'διαφυγή' είναι η επίσημη, σοβαρή λέξη.