Διδακτικός /ðiða(k)tiˈkos/ Επίθετο
- English
- didactic
- Bahasa Indonesia
- menggurui
Example
- Η ομιλία του ήταν πληροφοριακή, αλλά κάπως **διδακτική** (διδακτικός / διδακτορικός / διδακτικότροπος) — ένιωσα σαν να ήμουν στο σχολείο.
- The lecture was informative but somewhat didactic.
- Εδώ υπονοείται αρνητική χροιά, σαν να 'μαλώνει' ο ομιλητής.