Διδασκαλία /ðiðasˈkalia/ Noun
- English
- teaching
- Bahasa Indonesia
- pengajaran
Example
- Η [Διδασκαλία] (Καθοδήγηση / Παραδιδασκαλία) της έχει αφιερώσει τριάντα χρόνια.
- She has spent thirty years in teaching.
- Η «Διδασκαλία» εδώ τονίζει τη συστηματική πράξη.