Δύσκολος /ˈðuskolos/ Adjective
- English
- tough
- Bahasa Indonesia
- tegar
Example
- Ήταν μια δύσκολη παιδική ηλικία, αλλά την έκανε απίστευτα ανθεκτική. [Δύσκολη / Σκληρή / Περίπλοκη] — της παιδικής ηλικίας
- It was a tough childhood, but it made her incredibly resilient.
- Εδώ το 'δύσκολη' είναι το πιο φυσικό για την εμπειρία.