εφιάλτης /efˈjaltis/ Noun
- English
- nightmare
- Bahasa Indonesia
- mimpi buruk
Example
- Ξύπνησε ουρλιάζοντας από έναν [εφιάλτη] — [Τρόμος] / [Βραχνάς] / [Κόλαση].
- She woke up screaming from a nightmare.
- Το 'εφιάλτης' είναι η πιο άμεση μετάφραση για το όνειρο.