εγκληματίας /eŋkli.maˈtias/ Noun
- English
- criminal
- Bahasa Indonesia
- penjahat
Example
- Η αστυνομία αναζητά τον επικίνδυνο **κακοποιό** (απατεώνας / ληστής / φυγόδικος) — Η αστυνομία αναζητά τον επικίνδυνο εγκληματία.
- The police are searching for the dangerous criminal.
- Το 'κακοποιός' είναι πιο άμεσο και συχνό στον λόγο.