είκοσι /iˈkosi/ Noun
- English
- twenty
- Bahasa Indonesia
- dua puluh
Example
- Η συνάντηση θα ξεκινήσει σε είκοσι λεπτά. (είκοσι / είκοσι / είκοσι) — Η συνάντηση ξεκινά σε είκοσι λεπτά.
- The meeting starts in twenty minutes.
- Η χρήση είναι άμεση και καθημερινή.