Εισιτήριο /isiˈtiro/ Noun

English
ticket
Bahasa Indonesia
tiket

Example

  • Έκλεισα το αεροπορικό μου [εισιτήριο] μέσω διαδικτύου.
  • I booked my plane ticket online.
  • Η κράτηση online είναι πλέον ο κανόνας.