ελάχιστος / ελάχιστα /eˈlaxi stos/ Adjective

English
slight
Bahasa Indonesia
tipis

Example

  • Υπήρξε μια **ελαφριά** αύξηση της θερμοκρασίας. (Η **μικρή** / **ασήμαντη** — της: Υπήρξε μια ελαφριά αύξηση της θερμοκρασίας.)
  • There was a slight increase in temperature.
  • Το 'ελαφρύς' ταιριάζει άψογα με φυσικές μεταβολές.