Ελευθερία /eleftheˈria/ Noun

English
freedom
Bahasa Indonesia
kebebasan

Example

  • Αγαπούσε την καινούργια της **ελευθερία** μετά τη μετακόμιση. [Αγαπούσε / Εκτίμησε / Φρόντισε] — της νέας της κατάστασης.
  • She cherished her newfound freedom after moving out.
  • Εδώ τονίζεται η προσωπική, βιωματική πλευρά της απελευθέρωσης.