εμπορικό κέντρο / mall /emboɾiˈko ˈtʃen.dro/ NounEnglishmallBahasa IndonesiamalExampleΠάμε στο [Εμπορικό Κέντρο] αυτό το Σαββατοκύριακο;Let's go to the mall this weekend.Το 'Εμπορικό Κέντρο' είναι η πιο ασφαλής και συχνή επιλογή.