Ενέργεια /eˈnerʝia/ Noun

English
energy
Bahasa Indonesia
energi

Example

  • Είναι σπατάλη χρόνου και [ενέργειας] — [απόδοση / σθένος / ζωντάνια].
  • It's a waste of time and energy.
  • Η λέξη 'απόδοση' (performance) είναι πιο κοντά στο 'waste of energy' σε εργασιακό πλαίσιο.