Ενσωματώνω / Εμπεδώνω /en.so.maˈto.no/ VerbEnglishembedBahasa IndonesiamenanamkanExampleΗ σφαίρα **ενσωματώθηκε** (αόρ.) στον τοίχο.The bullet was embedded in the wall.Εδώ χρησιμοποιούμε το αόριστο (ενσωματώθηκε) γιατί η πράξη ολοκληρώθηκε.