Επαρκώς /epaɾˈkos/ Adverb
- English
- sufficiently
- Bahasa Indonesia
- memadai
Example
- Η αίθουσα ήταν **επαρκώς** ευρύχωρη για να χωρέσει όλη την ομάδα. (Η λέξη «επαρκώς» πήρε viral όταν συζητούσαμε αν τα δωμάτια του Airbnb ήταν «αρκετά μεγάλα».)
- The room was sufficiently large to accommodate the entire team.
- Εδώ το 'επαρκώς' τονίζει την ικανότητα φιλοξενίας.