Επιδρομή /epiˈðromi/ Noun

English
raid
Bahasa Indonesia
serbuan

Example

  • Η αστυνομία έκανε **επιδρομή** σε παράνομο καζίνο. (Η **έφοδος** / Η **εισβολή**)
  • The police conducted a raid on the illegal gambling den.
  • Εδώ η 'επιδρομή' είναι η πιο τυπική και άμεση μετάφραση για αστυνομική επιχείρηση.