επικρατώ /epikraˈto/ Verb
- English
- prevail
- Bahasa Indonesia
- bertahan
Example
- Η κοινή λογική τελικά [επικράτησε] (νίκησε / υπερίσχυσε) στο Διοικητικό Συμβούλιο.
- Common sense eventually prevailed in the boardroom.
- Εδώ τονίζεται η τελική νίκη μιας ιδέας.