επιλογή /epilˈoʝi/ Noun
- English
- choice
- Bahasa Indonesia
- pilihan
Example
- Η [επιλογή] (προτίμηση / διάκριση / επιλογή) του να μείνουμε σπίτι ήταν δύσκολη.
- We are faced with a difficult choice regarding our future.
- Εδώ η 'επιλογή' είναι η πράξη της απόφασης.