επιθετικός /epiθeˈftikos/ Επιθετικό
- English
- aggressive
- Bahasa Indonesia
- agresif
Example
- Ο παίκτης τιμωρήθηκε για το του παιχνίδι. (επιθετικό / επιθετική / επιθετικό)
- The player was penalized for his aggressive play.
- Στον αθλητισμό, τονίζει την ένταση και την επαφή.