έρευνα /eˈrevna/ Noun
- English
- investigation
- Bahasa Indonesia
- penyelidikan
Example
- Η αστυνομία ξεκίνησε **έρευνα** για ανθρωποκτονία.
- The police launched a murder investigation.
- Το 'έρευνα' είναι η πιο φυσική επιλογή για νομικές/αστυνομικές υποθέσεις.