χρονιά /xroˈɲa/ Noun
- English
- year
- Bahasa Indonesia
- tahun
Example
- Οι εκλογές γίνονται κάθε **χρονιά** (χρόνος / περίοδος / δωδεκάμηνο) — η συχνότητα είναι ετήσια.
- Elections take place every year.
- Το 'χρονιά' είναι πιο ζεστό και συχνό στον προφορικό λόγο.