γνώριμος /ɣnoˈrimos/ Εξοικειωμένος
- English
- familiar
- Bahasa Indonesia
- akrab
Example
- Η μελωδία ακουγόταν **οικεία** (γνωστή / οικεία / οικεία) — σαν να την είχα ξανακούσει.
- The melody sounded familiar.
- Το 'οικεία' εδώ δίνει μια ζεστή, σχεδόν νοσταλγική αίσθηση.