φακός /faˈkos/ Noun
- English
- lens
- Bahasa Indonesia
- lensa
Example
- Ρύθμισε τον [φακό] στο μικροσκόπιο. (Οπτικό στοιχείο / Εστιακό στοιχείο / Διάταξη)
- She adjusted the lens on her microscope.
- Η χρήση του ενικού είναι η πιο συνηθισμένη για το αντικείμενο.