φανταστικό /fan.ta.stiˈko/ Adjective
- English
- imaginary
- Bahasa Indonesia
- imajinatif
Example
- Ο ισημερινός είναι μια φανταστική γραμμή. (φανταστικός / πλασματικός / επινοημένος — της: Ο ισημερινός είναι μια φανταστική γραμμή.)
- The equator is an imaginary line.
- Εδώ το 'φανταστικός' είναι το πιο φυσικό, αν και 'πλασματικός' είναι πιο ακριβές.