Φιλία /fiˈli.a/ Noun
- English
- friendship
- Bahasa Indonesia
- persahabatan
Example
- Η **φιλία** (αγάπη / στοργή / σύνδεση) τους άνθισε στο πανεπιστήμιο.
- They formed a close friendship at college.
- Η λέξη «άνθισε» δίνει μια ζεστή, φυσική εικόνα της ανάπτυξης.