φούσκα /ˈfuska/ Noun
- English
- bubble
- Bahasa Indonesia
- gelembung
Example
- Οι **φυσαλίδες** (αφρός / σπινθήρες / πεταλούδες) του σαμπάνιας μού έκαναν φαγούρα στη μύτη.
- The champagne bubbles tickled her nose.
- Εδώ το «φυσαλίδα» είναι πιο ποιητικό για το ποτό.