φθηνός /ftinˈos/ AdjectiveEnglishcheapBahasa IndonesiamurahExampleΑγοράσαμε μερικά φθηνά σουβενίρ στο πανηγύρι.We bought some cheap souvenirs at the festival.Το 'πανηγύρι' είναι η παραδοσιακή γιορτή όπου βρίσκεις τέτοια είδη.