Γειτονιά /ʝitoniˈa/ Noun
- English
- neighbourhood
- Bahasa Indonesia
- lingkungan
Example
- Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά (συνοικία / περιοχή) — είμαστε σαν αδέρφια.
- We grew up in the same neighbourhood.
- Η 'γειτονιά' υποδηλώνει οικειότητα, όχι απλή γεωγραφία.