Γραμμικός /ɣra.mi.koˈs/ Adjective
- English
- linear
- Bahasa Indonesia
- segaris
Example
- Ο σχεδιασμός έχει καθαρές, **γραμμικές** φόρμες. (Η αισθητική του μινιμαλισμού απαιτεί **ομαλή** / **ευθύγραμμη** δομή.)
- The design features clean, linear patterns.
- Εδώ τονίζεται η καθαρότητα της γραμμής, η απουσία καμπυλών.