κάπνισμα /ˈkapnizme/ Noun
- English
- smoking
- Bahasa Indonesia
- merokok
Example
- Απαγορεύεται [το κάπνισμα] (η εισπνοή καπνού / η συνήθεια) σε όλους τους δημόσιους χώρους.
- Smoking is prohibited in all public areas.
- Η λέξη 'κάπνισμα' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.