κατώφλι /kaˈtofli/ Noun
- English
- threshold
- Bahasa Indonesia
- ambang batas
Example
- Σκούπισε τα πόδια του στο [κατώφλι] (κατώφλι / καμπή / όριο εισόδου) της πόρτας.
- He wiped his feet on the threshold.
- Εδώ χρησιμοποιείται η κυριολεκτική, αρχιτεκτονική έννοια.