κλαίω /klɛ́o/ VerbEnglishcryBahasa IndonesiamenangisExampleΜην κλαις, όλα θα πάνε καλά.Don't cry; everything will be okay.Εδώ χρησιμοποιείται το 'κλαίω' στον ενεστώτα, προστακτική.