κλασικός /klaˈsi.kos/ Επίθετο
- English
- classical
- Bahasa Indonesia
- klasik
Example
- Είναι ένας παγκοσμίως αναγνωρισμένος κλασικός (διαχρονικός / αρχαίος / σταθερός) πιανίστας.
- He is a world-renowned classical pianist.
- Τονίζει την διαχρονική αξία του καλλιτέχνη.