Κατακεραυνώνω / Κλείνω με δύναμη /slæm/ Verb
- English
- slam
- Bahasa Indonesia
- membanting
Example
- Άκουσα την πόρτα να [κλείνει με δύναμη] πίσω του.
- I heard the door slam behind him.
- Εδώ χρησιμοποιούμε το ρήμα 'κλείνω' στον παρατατικό για να περιγράψουμε τον ήχο.