τεμαχίζω / κόβω /temaˈχizo/ Verb
- English
- chop
- Bahasa Indonesia
- mencacah
Example
- ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ: [Τεμαχίζω] [με το τσεκούρι] (έκοβε) ξύλα για το τζάκι.
- He was chopping logs for firewood.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο παρατατικός (έκοβε) γιατί η δράση ήταν συνεχής.