κοινό /koˈno/ NounEnglishaudienceBahasa IndonesiaaudiensExampleΤο κοινό (ακροατήριο / θεατές / πλήθος) επεφημούσε για δέκα λεπτά.The audience was clapping for ten minutes.Το 'κοινό' είναι η πιο γενική και ζεστή επιλογή.