κορυφαίος /koˈrifɛos/ AdjectiveEnglishpremierBahasa IndonesiaterkemukaExampleΑνάμεσα στους **κορυφαίους** σεφ της χώρας. (Από τους πιο διακεκριμένους)One of the country’s premier chefs.Εδώ τονίζουμε την ποιότητα και την αναγνώριση.