Κουρασμένος /kuˈrasmenos/ Επίθετο
- English
- tired
- Bahasa Indonesia
- lelah
Example
- Νιώθω πολύ [κουρασμένος] (αποκαμωμένος / μπαγιάτικος) μετά την πολλή οδήγηση.
- I'm feeling very tired after the long drive.
- Η λέξη 'κουρασμένος' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.