ξεκαρδιστικό /ksɛkarðiˈstiko/ Επίθετο
- English
- hilarious
- Bahasa Indonesia
- ngakak guling-guling
Example
- Η νέα παράσταση του κωμικού είναι [αστεία/ξεκαρδιστική] σε σημείο που δάκρυσα.
- The comedian's new special is absolutely hilarious.
- Το 'ξεκαρδιστικός' είναι η πιο άμεση μετάφραση για το 'hilarious'.