λάμπα /'lamba/ Noun
- English
- lamp
- Bahasa Indonesia
- lampu
Example
- Τοποθέτησε μια επιτραπέζια [λάμπα] δίπλα στο κομοδίνο.
- She placed a reading lamp on the bedside table.
- Η 'επιτραπέζια λάμπα' είναι η πιο κοινή ονομασία για το φωτιστικό γραφείου/κομοδίνου.