Λατρεία / Λατρεύω /laˈtrevo/ Noun
- English
- worship
- Bahasa Indonesia
- menyembah
Example
- Ο ναός είναι ένας ιερός χώρος **λατρείας** (ευλάβεια / προσκύνηση / λατρευτική πράξη) — Η ατμόσφαιρα εκεί είναι μοναδική.
- The temple is a sacred place of worship.
- Η 'λατρεία' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.