Αναλυτικός /ana.liˈti.kos/ Επίθετο
- English
- detailed
- Bahasa Indonesia
- terperinci
Example
- Η έκθεση της αστυνομίας ήταν πολύ [λεπτομερής]. [Εξονυχιστικός / Αναλυτικός / Πλήρης] — της αστυνομικής αναφοράς]
- The police report was very detailed.
- Στην αστυνομική ορολογία, το 'εξονυχιστικός' είναι πολύ δυνατό.