Λογικός /loʝiˈkos/ Adjective
- English
- logical
- Bahasa Indonesia
- masuk akal
Example
- Ήταν ένα λογικό συμπέρασμα από την οπτική του παιδιού.
- It was a logical conclusion from the child's point of view.
- Εδώ το 'λογικό' τονίζει την εσωτερική συνέπεια της σκέψης του.