λυπημένος /liˈpi.me.nos/ Επίθετο
- English
- sad
- Bahasa Indonesia
- sedih
Example
- Είμαστε πολύ λυπημένοι που φεύγεις. (θλιμμένος / στενοχωρημένος / μελαγχολικός)
- We are very sad to hear that you are leaving.
- Το 'λυπημένος' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.