Μαραθώνιος /maɾaˈθonios/ Noun
- English
- marathon
- Bahasa Indonesia
- lari jarak jauh
Example
- Ο [μαραθώνιος] (Αγώνας / Δρόμος / Πορεία) του Λονδίνου προσελκύει χιλιάδες δρομείς.
- The London marathon attracts thousands of runners.
- Το 'μαραθώνιος' εδώ είναι ο αγώνας.