Φόρα /ˈfora/ Ρήμα
- English
- whip
- Bahasa Indonesia
- cambuk / whip (slang)
Example
- Ο ιππέας [μαστιγώνει] (δέρνω με μαστίγιο / χτυπώ με το roi) το άλογο για να πάρει το προβάδισμα.
- The jockey whipped the horse to gain the lead.
- Εδώ η χρήση είναι κυριολεκτική, θυμίζοντας αγωνιστικό πλαίσιο.