Μέγιστο /meˈʝisto/ Adjective

English
maximum
Bahasa Indonesia
maksimal

Example

  • Το αυτοκίνητο έχει **μέγιστη** ταχύτητα 150 μίλια/ώρα.
  • The car has a maximum speed of 150 mph.
  • Εδώ το 'μέγιστη' ταιριάζει απόλυτα με την έννοια του ορίου.