μεταδίδω /me.taˈði.ðo/ Verb
- English
- transmit
- Bahasa Indonesia
- menyiarkan / menyalurkan
Example
- Ο δορυφόρος [μεταδίδει] σήματα στον σταθμό βάσης.
- The satellite transmits signals to the base.
- Το 'μεταδίδω' είναι η πιο φυσική επιλογή για τεχνολογικά σήματα.